Στρατηγική συνεργασία, ενέργεια και επενδύσεις στο επίκεντρο της επίσκεψης Παπασταύρου στο Ριάντ
Έναν χρόνο μετά την επίσκεψη Μητσοτάκη και με φόντο τα 100 χρόνια διμερών σχέσεων, η παρουσία Παπασταύρου στο Ριάντ αναδεικνύει τη στρατηγική σύμπραξη Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας σε ενέργεια, επενδύσεις και διασυνδέσεις.
Ακριβώς έναν χρόνο μετά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης στη Σαουδική Αραβία και την έναρξη του 2026 ως έτους-ορόσημο για τα 100 χρόνια διμερών σχέσεων, η παρουσία του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου στο Ριάντ επιβεβαιώνει ότι η στρατηγική σύμπλευση Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας περνά σε πιο ώριμη, επιχειρησιακή φάση. Με αιχμή την ενέργεια, τις διασυνδέσεις και τις μεγάλες επενδύσεις, η Αθήνα διεκδικεί ενεργό ρόλο στη νέα γεωοικονομική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής.
Η επίσκεψη λειτουργεί ως έμπρακτη απόδειξη ότι η ελληνική ενεργειακή πολιτική είναι πολυδιάστατη. Πέρα από τις συμφωνίες που υπεγράφησαν τον περασμένο Νοέμβριο στην Αθήνα, η Ελλάδα «χτίζει» μεθοδικά τον ρόλο της ως περιφερειακός κόμβος: από ηλεκτρικές διασυνδέσεις και πράσινο υδρογόνο έως ψηφιακές υποδομές στρατηγικής σημασίας.
Επαφές με κολοσσούς – Το επενδυτικό ενδιαφέρον
Στο πρόγραμμα του Υπουργού περιλαμβάνονται επαφές με κορυφαία κυβερνητικά στελέχη και επιχειρηματικούς ομίλους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η Dar Global, διεθνής developer πολυτελών ακινήτων με έδρα το Ντουμπάι και εισηγμένη στο London Stock Exchange, καθώς και η μητρική Dar Al Arkan. «Ομπρέλα» των επενδύσεων αποτελεί η Quara Holding, ισχυρός επενδυτικός όμιλος με παρουσία σε real estate, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τεχνολογία και ψηφιακές λύσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η συνεργασία της Dar Global με την Trump Organization. Ο κ. Παπασταύρου συναντήθηκε με τον Έρικ Τραμπ, καθώς μόλις ανακοινώθηκε η εκκίνηση δύο έργων με το brand Trump σε Ριάντ και Τζέντα, συνολικής αξίας 10 δισ. δολαρίων. Τα projects εντάσσονται στο φιλόδοξο Vision 2030, που ανοίγει για πρώτη φορά την ιδιοκτησία ακινήτων σε ξένους επενδυτές.
Παράλληλα, ο υπουργός είχε συνάντηση με τον CEO της Alireza, Γ. Αντωνόπουλος. Ο ιστορικός όμιλος, με παρουσία 175 ετών, δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στη διαχείριση υδάτων και στην ενέργεια, μέσω έργων αφαλάτωσης και επεξεργασίας νερού – πυλώνα της σαουδαραβικής στρατηγικής για το μέλλον.
Διασυνδέσεις, πράσινη μετάβαση και IMEC
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκονται τρία εμβληματικά projects συνεργασίας Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας: η ηλεκτρική διασύνδεση Saudi–Greek Interconnector, η σύμπραξη στο πράσινο υδρογόνο και ο East-to-Med Corridor (EMC). Ο EMC, έργο στρατηγικής σημασίας, ενισχύει τη ψηφιακή συνδεσιμότητα Ασίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης μέσω υποθαλάσσιων και χερσαίων οπτικών ινών και αποτελεί το πρώτο χειροπιαστό βήμα υλοποίησης του IMEC.
Καθοριστική ήταν και η συνάντηση με τον υπουργό Επενδύσεων της Σαουδικής Αραβίας Khalid A. Al-Falih, όπου συζητήθηκαν οι ενεργειακές υποδομές, οι καθαρές τεχνολογίες και η ενίσχυση των εμπορικών διαδρόμων. Ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι «η δυναμική της στρατηγικής συνεργασίας παραμένει ισχυρή και πολυεπίπεδη», με κοινό όραμα για ενεργειακή και τεχνολογική αυτονομία.
Γεωπολιτικός ρόλος και ανάπτυξη
Η Σαουδική Αραβία ενισχύει τη θέση της ως κρίσιμος γεωπολιτικός και γεωοικονομικός κόμβος, με διαμεσολαβητικό ρόλο σε διεθνείς κρίσεις και με ανάπτυξη που, το 2026, αναμένεται να αγγίξει το 4,6% του ΑΕΠ. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα προβάλλεται ως αξιόπιστη ευρωπαϊκή πύλη ενέργειας και δεδομένων.
Η επίσκεψη του κ. Παπασταύρου στο Ριάντ δεν είναι απλώς διπλωματική. Είναι μήνυμα στρατηγικής επιλογής: η Ελλάδα επενδύει στις συμμαχίες της, διεκδικεί ρόλο στα μεγάλα ενεργειακά και ψηφιακά projects της επόμενης δεκαετίας και τοποθετείται στον πυρήνα των νέων διαδρόμων που επαναχαράσσουν τον παγκόσμιο χάρτη.